Επιτέλους (πανάξιοι) νικητές!

24 Σεπ | Σχόλια (0)
Σε όλες τις διοργανώσεις που ήταν ομοσπονδιακός μας τεχνικός ο Παναγιώτης Γιαννάκης, πρωτίστως ερωτάτο τι χρειαζόταν η Εθνική ομάδα για να διακριθεί σε αυτές. Και το πρώτο χαρακτηριστικό που πάντα τόνιζε ήταν το εξής: «Υπομονή»! Τελικώς, φαίνεται ότι ο «Δράκος», ακόμη και σήμερα, επιβεβαιώνεται απολύτως για τη μόνιμή του αυτήν απάντηση. Γιατί διαφορετικά, ίσως να μη βλέπαμε σήμερα την Εθνική Γαλλίας Πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αν οι σπουδαίοι αυτοί παίκτες δε διέθεταν αυτό το χαρακτηριστικό, μετά από τόσες αποτυχίες, τότε σίγουρα δε θα βρίσκονταν εδώ.
Και, σαφώς, για να καταφέρεις την επιτυχία κάποια στιγμή, πρέπει να διαθέτεις αυτό το προσόν στην προσωπικότητά σου, μαζί βέβαια με την επιμονή, όπως είχε σπεύσει να μου επισημάνει ο Μέμος Ιωάννου πριν τρεις μήνες στην Νεάπολη Λακωνίας, αν θέλεις να αποκαλείται αυτή μεγάλη και ηγετική.
Όντως, όταν έχεις βιώσει τόσο τραγικές αποτυχίες, πρέπει να έχεις το σθένος να τις αντέξεις και να συνεχίσεις να εργάζεσαι διαρκώς, μέχρι να καταφέρεις επιτέλους το στόχο σου. Να διαθέτεις αυτό που ονομάζεται «μέταλλο», ως ομάδα. Και δεν είναι λίγα τα «σοκ» που είχαν υποφέρει οι «Μπλε», μέχρι να καθίσουν δικαιωματικά στον Ευρωπαϊκό «θρόνο» του αθλήματος. Βλέποντας τον Διαμαντίδη το 2005, υπό την επική και ιστορική ρήση του «βάλ’ το αγόρι μου!», την ίδια ελληνική ομάδα να τους κατατροπώνει το 2006 στην Ιαπωνία, την Ισπανία να της επιβάλλεται πλήρως δύο φορές (το 2011 στον τελικό στη Λιθουανία και το 2012 στο αλησμόνητο λόγω της γροθιάς του Μπατούμ στον Ναβάρο παιχνίδι στο Λονδίνο), και άλλες ομάδες μέχρι σήμερα να της βάζουν «φραγμό» στην προσπάθεια πραγμάτωσης του ονείρου τους, τότε θα περίμενε κανείς να μην έχουν πια τα ψυχικά αποθέματα να διεκδικήσουν έναν διεθνή τίτλο, που έλειπε από το αξιοζήλευτο παλμαρέ πολλών σπουδαίων παικτών. Θα επρόκειτο, άλλωστε, για ιστορική αδικία απέναντι σε αυτούς τους «μύθους» του αθλήματος, αλλά και ολόκληρου του αθλητισμού. Αδικία απέναντι στον Πάρκερ, τον Μπορίς Ντιό, τον Πιετρούς, τον Ζελαμπάλ, παίκτες-«ήρωες» για ένα ολόκληρο έθνος εκατομμυρίων κατοίκων, χάρη σε όσα έχουν πετύχει μέχρι σήμερα στην καριέρα τους και φυσικά το γεγονός ότι αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για όλους μας, με τον εξαιρετικό χαρακτήρα τους και τον πλήρη επαγγελματισμό τους. Το ίδιο ισχύει αναμφισβήτητα για τον σπουδαίο προπονητή Βενσάν Κολέ, που περίμενε κι αυτός πολύν καιρό αυτήν τη στιγμή. Οι σπουδαίοι αυτοί παίκτες και ο κόουτς τους άξιζαν όσο τίποτε άλλο αυτόν τον τίτλο, και την Κυριακή κατάλαβαν ότι είχε έρθει πια η ώρα, μετά από τόσα χρόνια υπομονής και αγωνίας, και σε μία διοργάνωση που για κάποιους αποτελεί ίσως την τελευταία παράσταση με τα χρώματα της πατρίδας τους (για Μπορίς Ντιό και Πιετρούς σίγουρα, αν τα λεγόμενα του πατρός Πάρκερ επιβεβαιωθούν, τότε και ο σταρ των Spurs)!
Και εκπλήρωσαν το καθήκον τους απέναντι σε μία Λιθουανία που φυσικά άξια είχε φτάσει έως εδώ και είχε εκπληρώσει το στόχο της. Και αυτός φυσικά δεν ήταν άλλος από την επιστροφή σε ένα μεγάλο τελικό, ώστε να δείξουν τη δύναμη που χαρακτηρίζει διαχρονικά το μπάσκετ τους. Ήταν, άλλωστε, αρκετά τα χρόνια απουσίας τους από αυτό το σπουδαίο γεγονός. Μία ομάδα φιλόδοξη, με εξαιρετικά ταλέντα στη σύνθεσή της, και σαφέστατα λαμπρό μέλλον. Αυτή ήταν και η διαφορά σε σχέση με τους Γάλλους, για τους οποίους ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία για τον πολυπόθητο τίτλο. Αυτά τα σπουδαία ταλέντα, όπως ο Καλνιέτις, ο Μοτιεγιούνας, ο Βαλαντσιούνας και ο Κουζμίνσκας έχουν ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να φθάσουν στην καταξίωση, αφού ακόμη δεν έχουν ολοκληρωθεί ως παίκτες και προσωπικότητες. Επιπλέον, ο Καζλάουσκας είχε εκτελέσει την προσωπική αποστολή του να αποδείξει σε όλους μας ότι ακόμη παραμένει ένας σπουδαίος και αξιόπιστος προπονητής, μετά τα διαδοχικά «κάζο» που είχε υποστεί με την Εθνική μας ομάδα το 2010 στην Τουρκία (αν και εκεί η απόλυσή του ήταν βιαστική, κατά τη γνώμη μου, από τον κύριο Βασιλακόπουλο) και με την ΤΣΣΚΑ το 2012 στην Κωνσταντινούπολη με αντίπαλο τον Ολυμπιακό.
Επομένως, μπορεί ως νεανική ομάδα η Εθνική Λιθουανίας να είχε τη δεδομένη «δίψα» για διάκριση, όμως το μεγάλο κίνητρο ανήκε στους Γάλλους. Γιατί ευκαιρίες για επιτυχίες θα διαθέτει και στο μέλλον αναρίθμητες η ομάδα της Βαλτικής, ενώ η ομάδα του «Εξαγώνου» δεν είχε παρά μόνο την φετινή, όπως μόλις αναφέραμε.
Αυτό το είχαν κατανοήσει οι παίκτες του Κολέ και το βράδυ της Κυριακής φάνηκε στο παρκέ, ιδιαίτερα από το δεύτερο δεκάλεπτο κι έπειτα. Στην πρώτη περίοδο, οι Λιθουανοί προέβαλαν μία σθεναρή αντίσταση και ήταν μάλιστα για ένα μικρό διάστημα οδηγοί στο σκορ, χάρη στις εξαιρετικές εμπνεύσεις του Καλνιέτις, την εκτελεστική δεινότητα του Κλέιζα, που σκόραρε 16 πόντους στο διάστημα αυτό, και την ευστοχία στα σουτ από μακρινή απόσταση, που ήταν το πιο ισχυρό τους όπλο έναντι των «Τρικολόρ», με κύριους εκφραστές τους Μασιούλις και Ντάριους Λαβρίνοβιτς. Η κατά κράτος ήττα, όμως, στον κρίσιμο τομέα των ριμπάουντ (11 επιθετικά οι Γάλλοι και συνολικά 36 έναντι αναλόγως 2 και 23 δικών τους) και το γεγονός ότι, παρά την αποτελεσματική άμυνα πάνω στον Πάρκερ, σχεδόν όλοι οι παίκτες της Εθνικής Γαλλίας, εν αντιθέσει με τον ημιτελικό κόντρα στους Ισπανούς, βοήθησαν πολύ στο σκοράρισμα, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις του τελικού, με πρωταγωνιστές τους Μπατούμ και Πετρό στο δεύτερο δεκάλεπτο, ήταν αναμενόμενο να γείρει την πλάστιγγα υπέρ των αντιπάλων τους. Η «θωράκιση» μάλιστα της άμυνας από τους Γάλλους με τους απίστευτους Μπατούμ, Πιετρούς και Πετρό στη ρακέτα, καθώς και η «σιγή» των σουτέρ της Λιθουανίας, έφερε λογικά τη διαφορά σε διψήφιο και δύσκολα ανατρέψιμο για τελικό αριθμό, με το ανεπανάληπτο σουτ του Αντουάν Ντιό να φέρνει μεγάλο ψυχολογικό αβαντάζ υπέρ τους (50-34).
Πριν πούμε οτιδήποτε για το δεύτερο ημίχρονο, οφείλουμε να μιλήσουμε για την εξαιρετική επιλογή του Κολέ να τοποθετήσει στον οργανωτή της αντίπαλης ομάδας έναν φόργουορντ, όπως τον Μπατούμ στον Καλνιέτις, κάτι που έφερε μεγάλη πίεση στο αντίπαλο «1», καθώς έτσι είχε έναν πολύ ψηλότερο παίκτη, «ματσάροντας» ταυτόχρονα σε ταχύτητα τον αντίπαλο και μην επιτρέποντάς του πολλές διεισδύσεις και ατομικές ενέργειες. Το αναφέρουμε, καθώς εδώ πρώτος διδάξας είναι ο Αργύρης Πεδουλάκης, τοποθετώντας στη σειρά με την Μπαρτσελόνα τον Γκιστ ή τον Λάσμε, πάνω σε Ναβάρο ή Χουέρτας. Για να κατανοήσουμε καλύτερα πόσο μεγάλης αξίας είναι οι Έλληνες προπονητές. Είναι κάτι που λέγαμε από τότε που ανέλαβαν Έλληνες κόουτς τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό στη στήλη «Ανώνυμος Τύπος», την ώρα που οι περισσότεροι τους θεωρούσαν ανίκανους για το επίπεδο αυτό!
Το δεύτερο ημίχρονο, λοιπόν, ήταν απλά θέμα διαχείρισης του σημαντικού προβαδίσματος από πλευράς Γάλλων. Και σε αυτό τα κατάφεραν περίφημα. Κατάφεραν να αναγκάσουν, με τη συνέπειά τους στο σκοράρισμα, αυτήν την φορά με τη βοήθεια του Μπορίς Ντιό σε δημιουργία (4 ασίστ) και σκοράρισμα (15 πόντοι), την ευστροφία του Ντε Κολό, που οργάνωσε μαεστρικά το παιχνίδι στην περίοδο αυτήν, αλλά και την διαρκώς εξαιρετική και πιεστική τους άμυνα, υπερέχοντες σαφώς στο physical game, τους Λιθουανούς σε βεβιασμένες ενέργειες, προκειμένου να προλάβουν τον χρόνο και να έχουν κάποιες ελπίδες να ανατρέψουν το σκορ. Η παρουσία του Πάρκερ έφερνε πάντα την ηρεμία επιθετικά, κι έτσι η ομάδα κατόρθωνε να βρίσκει τις λύσεις σε κάθε άμυνα που σχεδίαζε ο Καζλάουσκας, ο οποίος πάλευε μόνος από τον πάγκο, μαζί με τον Καλνιέτις στο γήπεδο. Είχε τις λύσεις απέναντι στη «ζώνη», «σπάζοντάς» τη μάλιστα όχι με το μακρινό σουτ, αλλά με εξαιρετική κυκλοφορία, που όμοιά της έχουν συναντήσει ελάχιστες φορές, και λύσεις με σουτ από μέση απόσταση ή από τη ρακέτα, απέναντι στο σχήμα των δύο ψηλών και ό, τι άλλο μπορούσε να φανταστεί ο πρώην κόουτς της «Επίσημης Αγαπημένης». Έτσι μπόρεσε να διατηρήσει το σκορ σε υψηλό επίπεδο και σε διψήφια διαφορά, μπλοκάροντας και όλους τους αντίπαλους παίκτες, ακόμη και τον εξαιρετικό Κλέιζα της πρώτης περιόδου, πλην βεβαίως του απελπιστικά μόνου Καλνιέτις. Εδώ θυμηθήκαμε το ματς με τη Σλοβενία, όπου αναλόγως μόνος ήταν ο Ντράγκιτς για τους διοργανωτές που κατετάγησαν τελικώς πέμπτοι. Το τελευταίο δεκάλεπτο αποδείχθηκε διαδικαστικού χαρακτήρα. Η Λιθουανία δεν φάνηκε να διεκδικεί ιδιαίτερα το παιχνίδι, πεπεισμένη πως ό, τι κι αν προσπαθούσε να εφαρμόσει, οι Γάλλοι πάντοτε θα είχαν την απάντηση. Έτσι αρκέστηκαν στο να κατεβάσουν τη διαφορά στα επίπεδα μία αξιοπρεπούς ήττας. Επακόλουθη ήταν η χρησιμοποίηση παικτών με περιορισμένο χρόνο συμμετοχής από πλευράς Γαλλίας, με τους Καουντί, Λοβέρν και Ερτέλ (ο τελευταίος τεράστιο ταλέντο) να εισέρχονται, για να αποθεωθούν οι μεγάλοι παίκτες, με τελευταίο ασφαλώς τον ανυπέρβλητο Τόνι Πάρκερ.
Επιτέλους, απενεμήθη δικαιοσύνη. Χρειάστηκαν χρόνια υπομονής, όμως τελικά άξιζαν, καθώς οι Γάλλοι κέρδισαν τον τίτλο του Πρωταθλητή Ευρώπης, με τον πιο εμφατικό τρόπο. «Αποκαθηλώνοντας» την Ισπανία στο πιο θεαματικό και αγχωτικό ματς του τουρνουά και νικώντας πειστικότατα μία ομάδα με μεγάλη θέληση για διάκριση και λαμπρό μέλλον, τη Λιθουανία. Το «τέλος εποχής» για κάποιους παίκτες που το είχαν αποφασίσει, σε συνδυασμό με έναν μεγάλο διεθνή τίτλο είναι το καλύτερο που θα μπορούσαν να φανταστούν. Βεβαίως, δεν πρόκειται για ένα «πυροτέχνημα», καθώς εδώ και πολλά έτη η ομάδα αυτή συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες και, βάσει ταλέντου και πολλών νέων εξίσου άξιων παικτών, θα συνεχίσει να βρίσκεται εκεί. Πρέπει να είμαστε σίγουροι για μία ακόμη καλύτερη Γαλλία στο μέλλον. Όσο για τη διοργάνωση αυτήν, το είδαμε να ψηφίζεται χθες. Αυτή φέρει την υπογραφή ενός μονάχα ονόματος, σεβαστό και αξιέπαινο από όλους: Τόνι Πάρκερ!
Ραφαήλ Αλαγάς
Ενημέρωση για όλες τις ειδήσεις και την επικαιρότητα στην Λακωνία και την Ελλάδα με ένα
                                              στη σελίδα του lakoniapress.gr στο facebook.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:


Σχολιάστε μέσω Facebook

Δεν βρέθηκαν Σχετικά Άρθρα.

Κατηγορία: Αθλητισμός, Ανώνυμος Τύπος, Άρθρα, Αρχική Σελίδα

Σχολιάστε μέσω Facebook


Σχολιάστε μέσω της σελίδας μας


Κάντε ένα Σχόλιο




*